59. Οι προσδοκίες είναι ο πραγματικός ένοχος παρατήστε τες!
# **Οι προσδοκίες είναι ο πραγματικός ένοχος παρατήστε τες!**
Προσπαθήστε να καθίσετε και να φτιάξετε δύο λίστες. Η μία να είναι με όλα τα πράγματα που έχετε και η άλλη με όλα αυτά που δεν έχετε. Η πρώτη λίστα θα πρέπει να περιλαμβάνει κάθε πράγμα που έχετε, ξεκινώντας από τα μάτια, τα αυτιά, τα χέρια και τα πόδια σας, γιατί υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν ακόμα και κάποια από αυτά. Συμπεριλάβετε όλες τις σωματικές και διανοητικές σας ικανότητες προτού προχωρήσετε στα υλικά πράγματα. Αν καθίσετε και γράψετε με μεγάλη ειλικρίνεια χωρίς να παραλείψετε τίποτα, δεν θα καταφέρετε να ολοκληρώσετε την πρώτη λίστα! Αυτή είναι η αλήθεια. Εάν
δείτε ότι δεν καταφέρνετε να ολοκληρώσετε την πρώτη λίστα, αυτό σημαίνει ότι η ευγνωμοσύνη έχει αρχίσει να συμβαίνει μέσα σας!
Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν συνεχείς προσδοκίες μέσα μας όλη την ώρα. Αυτός είναι και ο λόγος που η ευγνωμοσύνη δεν συμβαίνει μέσα μας έτσι εύκολα. Το να δουλεύουμε πάνω στις προσδοκίες μας είναι σαν να ρίχνουμε αγνό βούτυρο στη φωτιά για να τη σβήσουμε. Μπορείτε να σβήσετε τη φωτιά ρίχνοντας μέσα βούτυρο; Ποτέ! Με τον ίδιο τρόπο, δεν θα μπορέσετε ποτέ να αισθανθείτε ικανοποιημένοι εάν οι πράξεις σας έχουν τις ρίζες τους στις προσδοκίες. Το μόνο που θα κάνετε είναι να κουράσετε τις αισθήσεις σας.
Μπορείτε να ζείτε είτε με τις προσδοκίες είτε με την ευγνωμοσύνη, αλλά ποτέ και με τις δύο. Με τις προσδοκίες θα υπάρχει πάντα η επιθυμία να αποκτήσετε πράγματα. Να γίνετε έτσι ο ιδιοκτήτης. Με την ευγνωμοσύνη, όμως γίνεστε ο απολαμβάνων. Όταν είστε ο ιδιοκτήτης, απολαμβάνετε μόνο τα όσα λίγα έχετε στην κατοχή σας. Όταν είστε ο απολαμβάνων, απολαμβάνετε όλα όσα υπάρχουν στην Ύπαρξη. Όταν ασχολείστε με το πως να αποκτάτε πράγματα, τίποτα δεν θα σας φαίνεται αρκετό. Όταν όμως απολαμβάνετε, τα πάντα στην ζωή σας θα μοιάζουν να υπερχειλίζουν! Αυτή είναι η διαφορά.
Μια μικρή ιστορία:
Σε ένα χωριό, ο νυχτοφύλακας έκανε τις γύρες του φυσώντας μία στο τόσο την σφυρίχτρα του.
Είχε μια πήλινη πίπα με την οποία κάπνιζε. Τη γέμισε λοιπόν με καπνό και έψαχνε να βρεί το σπιρτόκουτο του δεν είχε όμως κανένα.
Πήγε λοιπόν στην κοντινή καλύβα όπου ζούσε μια ηλικιωμένη κυρία και την ρώτησε εάν μπορούσε να του δώσει λίγο κάρβουνο από το φούρνο της. Η γριά είπε ότι ο φούρνος της δεν είχε ανάψει τις τελευταίες τρεις ημέρες και ότι η ίδια τα έβγαζε πέρα μόνο με το λίγο φαγητό που μοίραζαν στο ναό.
Δοκίμασε να βρει σε διάφορα μέρη, αλλά δεντα κατάφερε. Τελικά πήγε στο σπίτι του άρχοντα του χωριού και ζήτησε από τις υπηρέτριες λίγη φωτιά για να ανάψει την πίπατου.
Ένα από τα κορίτσια τον κοίταξε και τον ρώτησε: "Θέλεις φωτιά για να ανάψεις την πίπα σου; Γιατί δεν χρησιμοποιείς το φανάρι που κουβαλάς;
Ο φρουρός δεν πίστευε στα μάτια του. Κουβαλούσε το φανάρι μαζί του όση ώρα έψαχνε για ένα σπιρτόκουτο!
Όταν πιστεύουμε ότι αυτό που χρειαζόμαστε βρίσκεται πάντα μονάχα έξω από εμάς, θα ζούμε σε μια αιώνια προσδοκία και θα συνεχίζουμε να αναζητούμε σαν τον νυχτοφύλακα! Όταν πιστεύουμε ότι η Ύπαρξη μάς δίνει πάντα αυτό που χρειαζόμαστε, θα βρίσκουμε μέσα μας όλα αυτά που ψάχνουμε.